Η Ελβετία και οι επιζώντες του Ολοκαυτώματος


Ως ουδέτερη χώρα, η Ελβετία έμεινε σχεδόν αλώβητη από τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Επομένως, ποιοι είναι οι Ελβετοί επιζώντες του Ολοκαυτώματος; Στη μεγάλη τους πλειονότητα, εκείνα τα χρόνια δεν ήταν ακόμα Ελβετοί πολίτες. Προέρχονταν από επαρχίες του γερμανικού Ράιχ ή άλλα κράτη της Ευρώπης και είχαν βρεθεί στο στόχαστρο των ναζιστικών διώξεων λόγω της εβραϊκής τους ταυτότητας. Ορισμένοι είχαν επιζήσει από στρατόπεδα συγκέντρωσης και εξόντωσης, ενώ άλλοι διέφυγαν ή κρύφτηκαν, καταφέρνοντας έτσι να σωθούν. Οι περισσότεροι ήρθαν στην Ελβετία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο.

Από το 1933 έως το 1938, δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι που διώκονταν από το ναζιστικό καθεστώς –Εβραίοι, αντιφρονούντες, Ρομά και Σίντι, Μάρτυρες του Ιεχωβά και ομοφυλόφιλοι– περνούσαν προσωρινά στην Ελβετία, απ’ όπου συνέχιζαν το ταξίδι τους για άλλες χώρες. Όμως, μετά την έναρξη του πολέμου, εκατοντάδες φυγάδες και πρόσφυγες έμειναν στην Ελβετία, αφού ήταν πλέον σχεδόν αδύνατον να προωθηθούν σε άλλους τόπους. Από το 1939, η μόνη δυνατότητα που είχαν ήταν να εισέλθουν στη χώρα παράνομα, καθώς η Ελβετία είχε εν τω μεταξύ κλείσει τα σύνορα στους πρόσφυγες. Όταν άρχισαν οι εκτοπισμοί των Εβραίων, η Ελβετία ήταν για πολλούς η τελευταία σανίδα σωτηρίας. Κι όμως, παρόλο που οι Αρχές γνώριζαν από το 1942 ότι οι Εβραίοι και οι Εβραίες απειλούνταν με εκτοπισμό και θανάτωση, απαγόρεψαν σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους την είσοδο στη χώρα.

Από την άλλη, όσοι περνούσαν κρυφά στο εσωτερικό της χώρας δεν απελαύνονταν, αλλά οδηγούνταν σε στρατόπεδα προσφύγων. Στο τέλος του πολέμου, ο αριθμός των προσφύγων στην Ελβετία ανερχόταν σε 50.000 άτομα –περίπου 20.000 εξ αυτών ήταν Εβραίοι–, παρόλο που μέχρι τον Ιούλιο του 1944 η Ελβετία δεν αναγνώριζε τη δίωξη των Εβραίων ως λόγο για χορήγηση ασύλου. Δεδομένου ότι το κράτος άργησε να δραστηριοποιηθεί υπέρ των προσφύγων, τα έξοδα καλύφθηκαν από ιδιωτικές ανθρωπιστικές οργανώσεις. Για πολλά χρόνια, ο Ελβετικός Σύνδεσμος Αρωγής Εβραίων Προσφύγων παρείχε στήριξη σε χιλιάδες άτομα, ενώ περίπου 19.000 Εβραίοι της Ελβετίας και ο κεντρικός φορέας τους –η Ελβετική Ομοσπονδία Εβραϊκών Κοινοτήτων– ανέλαβαν τεράστια οικονομικά βάρη, με την υποστήριξη της Αμερικανοεβραϊκής Συντονιστικής Επιτροπής Διανομής (JDC).

Μετά το τέλος του πολέμου, η Ελβετία άρχισε να παρέχει ανθρωπιστική βοήθεια. Για παράδειγμα, προσέφερε σε νεαρής ηλικίας κρατούμενους του Μπούχενβαλντ τη δυνατότητα να νοσηλευτούν σε ελβετικά σανατόρια, με τον όρο να φύγουν από τη χώρα μετά την αποθεραπεία τους. Μετά την εξέγερση στην Ουγγαρία, το 1956, και την Άνοιξη της Πράγας, το 1968, η Ελβετία έκανε δεκτούς χιλιάδες πρόσφυγες. Ανάμεσά τους, υπήρχαν και επιζώντες του Ολοκαυτώματος. Ωστόσο, εκείνη την εποχή δεν αναγνωρίστηκαν ως θύματα του ναζισμού, αλλά ως αντίπαλοι του κομμουνιστικού καθεστώτος.
Η παρουσία επιζώντων του Ολοκαυτώματος στην Ελβετία άρχισε να γίνεται ευρύτερα γνωστή, με αφορμή τη δημόσια αντιπαράθεση για τις ορφανές περιουσίες σε χρυσό και τις ιστορικές έρευνες της Επιτροπής Bergier στα τέλη της δεκαετίας του 1990.
Τον Μάρτιο του 2017, η Ελβετία ανέλαβε για ένα έτος την προεδρία της Διεθνούς Συμμαχίας για τη Μνήμη του Ολοκαυτώματος. Η έκθεση «The Last Swiss Holocaust Survivors» δίνει σε μερικούς από τους τελευταίους επιζώντες του Ολοκαυτώματος και στους απογόνους τους βήμα για να ακουστεί η φωνή τους.

ΔΡ ΓΚΡΕΓΚΟΡ ΣΠΟΥΛΕΡ και ΔΡ ΖΑΜΠΙΝΑ ΜΠΟΣΣΕΡΤ

Αρχείο Σύγχρονης Ιστορίας, Πολυτεχνείο Ζυρίχης (ETH)




ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ: ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ


Στο επίκεντρο της έκθεσης «The Last Swiss Holocaust Survivors» βρίσκονται οι επιζώντες του Ολοκαυτώματος και οι μνήμες από τον εκτοπισμό τους. Τι έχουμε να μάθουμε από τις μαρτυρίες τους;

Ο φόβος, οι διωγμοί και η απώλεια στενών συγγενικών προσώπων έχουν αφήσει βαθιά και ανεπούλωτα τραύματα σε όσους ήταν τότε παιδιά ή έφηβοι. Το τελευταίο αντίο στον πατέρα, η τελευταία ματιά στη μητέρα ή στα αδέλφια έχουν χαραχτεί ανεξίτηλα στη μνήμη τους. Ταυτόχρονα, οι μαρτυρίες τους φανερώνουν ότι, στην κατοπινή ζωή τους, οι επιζώντες διαχειρίστηκαν τα τραύματά τους με τελείως διαφορετικό τρόπο ο καθένας.

Οι επιζώντες ξέρουν καλά ότι αποτελούν την εξαίρεση. Στάθηκαν τυχεροί, αλλά νιώθουν ότι δεν άξιζαν αυτή την τύχη. Ακόμα και σήμερα, εξακολουθούν να σηκώνουν το βαρύ φορτίο της ενοχής, χωρίς να μπορούν να εξηγήσουν στον εαυτό τους γιατί επέζησαν, ενώ οι συγγενείς τους θανατώθηκαν.

Το Ολοκαύτωμα παραμένει η πιο σκοτεινή σελίδα της ιστορίας του 20ου αιώνα, καθώς σηματοδοτεί την απόλυτη ρήξη με τον πολιτισμό. Τα γεγονότα της τρομακτικής γενοκτονίας ζωντανεύουν μέσα από τις μαρτυρίες των ανθρώπων που έζησαν από πρώτο χέρι τη ναζιστική φρίκη. Οι ιστορίες τους καταδεικνύουν ότι το Ολοκαύτωμα δεν είναι ούτε απερίγραπτο ούτε ασύλληπτο, αλλά το αποτέλεσμα μιας μακράς σειράς από γεγονότα που εκτυλίχθηκαν για πολλά χρόνια σε διάφορα μέρη της Ευρώπης. Δεν ήταν έργο μιας πρωτόγονης κοινωνίας, αλλά ενός έθνους με σπουδαία πολιτισμική ιστορία. Οι επιζώντες δεν μιλούν για βαρβάρους ή θηρία, αλλά για άλλους ανθρώπους – ανθρώπους που τους βασάνισαν φριχτά, που έκαναν απλώς τη «δουλειά» τους, που παρακολουθούσαν σιωπηλοί ή απέστρεφαν το βλέμμα. Παράλληλα, όμως, μιλούν και για ανθρώπους που έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να βοηθήσουν.

Για πολύ καιρό, κανείς δεν άκουγε τι είχαν να πουν οι επιζώντες. Για χρόνια, ίσως για δεκαετίες, πολλοί από αυτούς δεν έβρισκαν το κουράγιο ή δεν ήθελαν να μιλήσουν για τις διώξεις και τον εκτοπισμό τους. Για να αναμετρηθούμε με το Ολοκαύτωμα, είναι εξαιρετικά σημαντικό να δώσουμε βήμα στη φωνή τους και να ακούσουμε με προσοχή τι έχουν να μας πουν. Αντίθετα, η εξήγηση του Ολοκαυτώματος είναι δουλειά της ιστορικής έρευνας, η οποία κοιτάζει ίσια στα μάτια τόσο τα θύματα όσο τους θύτες και τους αμέτοχους θεατές.

ΔΡ Γκρέγκορ ΣΠΟΥΛΕΡ

Αρχείο Σύγχρονης Ιστορίας, Πολυτεχνείο Ζυρίχης (ETH)